Αντώνης Ανδρουλιδάκης
Ένας ψυχο-απολογισμός των Τεμπών.
Τα Τέμπη ήταν μια ρωγμή συγκίνησης στην κυρίαρχη παθητική αναισθησία της μνημονιακής ελληνικής κοινωνίας. Πριν τα Τέμπη, η ελληνική κοινωνία βρισκόταν σε μια μορφή μετατραυματικής κόπωσης φτιαγμένη από τα "φερτά υλικά" των μνημονίων, της πανδημίας, της οικονομικής επισφάλειας και της θεσμικής δυσπιστίας.
Ο κυρίαρχος ψυχισμός έλεγε «Τίποτα δεν αλλάζει. Κοίτα τη δουλειά σου.» Και τα Τέμπη διέκοψαν αυτή την ναρκισσιστική επιβίωση.
Ξαφνικά, δεν μπορούσες απλά να “κοιτάξεις τη δουλειά σου”, δεν μπορούσες να αποστασιοποιηθείς, δεν μπορούσες να γελάσεις ειρωνικά - εκτός των αναίσθητων εγκάθετων και παρατρεχάμενων του συστήματος.
Η συγκίνηση επέστρεψε ως δημόσιο γεγονός. Και αυτό ήταν η πρώτη μεγάλη αλλαγή. Η αναισθησία ράγισε.
Για πρώτη φορά μετά από χρόνια, ένα μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας ένιωσε. «Δεν γίνεται να πεθάνουν έτσι παιδιά. Όχι έτσι.» Η συλλογική ντροπή, αυτή την φορά δεν οδήγησε στην μαζοχιστική αυτοενοχοποίηση και υποταγή αλλά ενεργοποίησε την αξιοπρέπεια. Και η αξιοπρέπεια έγινε πολιτικό "συναίσθημα"-αίτημα. Η επίγνωση ότι όλο αυτό δεν είναι ανεκτό άρχισε να αποκτά κοινωνικό προβάδισμα.
Η αλήθεια είναι ότι στην Ελλάδα της μεταπολίτευσης, το πένθος ήταν ιδιωτικό, οι τραγωδίες (από το Κυπριακό έως το Μάτι) “ξεχνιούνταν” και τα συλλογικά τραύματα με την συστημική συνενοχή έμπαιναν βιαστικά κάτω από το χαλί.
Όμως στα Τέμπη συνέβη κάτι διαφορετικό.: Το πένθος επέστρεψε στο δημόσιο χώρο. Το πένθος έγινε συλλογική τελετουργία και ο πόνος κοινός.
Οι σιωπές στις συγκεντρώσεις, οι αγκαλιές, τα ονόματα γραμμένα στο Σύνταγμα, η επιμονή στη μνήμη. Αυτά ήταν μια τεράστια ψυχική μετατόπιση, καθώς το μοιρασμένο πένθος μίκρηνε τον συλλογικό φόβο.
Άλλο τόσο αποδυναμώθηκε ο κυνισμός. Η κυρίαρχη στάση των τελευταίων δεκαετιών, η ειρωνεία, ο σαρκασμός, η αποστασιοποίηση και ο κυνισμός σαν άμυνα προστασίας απέναντι στο φόβο μιας νέας απογοήτευσης, υποχώρησε δραστικά και απέμεινε να χαρακτηρίζει μονάχα τα ασπόνδυλα κομματόσκυλα, που τρόμαξαν στην απειλή απώλειας του χρόνιου παρασιτισμού τους.
Το Κίνημα των Τεμπών εξυγίανε μεγάλα τμήματα του λαού απ' αυτή την δηλητηρίαση του κυνισμού.
Το Κίνημα των Τεμπών άλλαξε επίσης τη σχέση με την εξουσία
Πριν η εξουσία φάνταζε πανίσχυρη και η κοινωνία προσαρμοζόταν. Μετά εμφανίστηκε κάτι νέο με μια ήρεμη αλλά δυναμική και επίμονη αμφισβήτηση. Δεν ήταν μια τυφλή εξέγερση. Δεν ήταν χάος. Αλλά μια ηχηρή δήλωση που έλεγε «Δεν σας πιστεύουμε. Και θα μείνουμε εδώ.»
Αυτό ήταν ψυχολογική ωρίμανση, ήταν ενήλικη επιμονή-στον αντίποδα της συριζέϊκης εφηβείας.
Όμως το πιο ριζοσπαστικό στοιχείο του Κινήματος των Τεμπών ήταν η ανάδυση της τρυφερότητας ως πολιτικής στάσης. Η τρυφερότητα απέκτησε, επιτέλους, πολιτική βαρύτητα. Οι αγκαλιές, η σιωπή, η συγκίνηση, τα δάκρυα των ανθρώπων, το «Μέχρι Τέλους» δεν ήταν συνθήματα μίσους, αλλά συνθήματα φροντίδας. Αυτό τροποποίησε τον συλλογικό ψυχισμό από επιθετικό/αμυντικό σε "σχεσιακό" και από καταγγελτικό σε ηθικό.
Σε ένα βαθύτερο επίπεδο, τα Τέμπη προκάλεσαν ένα ασυνείδητο ρήγμα και διέλυσαν την -καλλιεργημένη από το σύστημα- ψευδαίσθηση ότι το κράτος είναι απλώς “ανεπαρκές”.
Τα Τέμπη ανέδειξαν την πιθανότητα το σύστημα να μην προστατεύει από μια κυνική ιδιοτέλεια, αδιαφορία και αυτοσυντήρηση.
Αυτό δημιούργησε μια υπαρξιακή ανησυχία αλλά και ωρίμανση.
Γιατί, όταν πέφτει ο μύθος του "καλού πατερούλη-κράτους”, η κοινωνία πρέπει να ενηλικιωθεί.
Παρ' όλα αυτά -και καθώς το Σύστημα ενεργοποίησε κάθε διαθέσιμο πόρο και ψυχοπολιτικό εργαλείο του (κοινωνική μηχανική, διαίρει και βασίλευε, τρολς, απαξίωση προσώπων), και αξιοποίησε εξαιρετικά τα λάθη του Κινήματος- πολλά δεν έχουν αλλάξει (ακόμη).
Ο φόβος παραμένει, η κόπωση παραμονεύει και κυρίως η ανάγκη για (ψευτο) κανονικότητα επιστρέφει. Το σύστημα ποντάρει ακριβώς εκεί: Στην ψυχική φθορά από την μια και στο παραμύθιασμα μιας δήθεν "σταθερής κανονικότητας" που...μόνο εκείνο έχει την πολιτική εμπειρία να προσφέρει.
Να το πούμε καθαρά. Τα Τέμπη δεν ανέτρεψαν ακόμη το πολιτικό σύστημα. Αλλά ανέτρεψαν κάτι πιο βαθύ: Την πεποίθηση ότι δεν έχει νόημα να νιώθεις.
Που πάει να πει "Κουφάλες δεν ξοφλήσαμε, αυτό έχω μόνο να τους πω, τα όνειρα των εραστών δε σβήνουν".
Και αυτό είναι το πρώτο βήμα κάθε ιστορικής αλλαγής.