Τα τελευταία χρόνια χρησιμοποιώ συχνά μια φράση όταν προσπαθώ να περιγράψω ορισμένες ερωτικές σχέσεις.
Δεν πρόκειται ούτε για κάποια επιστημονική έννοια ούτε για μια λαϊκή παροιμία. Είναι απλώς μια εικόνα που γεννήθηκε μέσα από την προσπάθειά μου να περιγράψω έναν πολύ συγκεκριμένο τρόπο αγάπης. Λίγη γλύκα, πολύς πόνος. Μια στιγμή βαθιάς τρυφερότητας, δέκα μέρες συναισθηματικής απόστασης.
Ένα βλέμμα που σε κάνει να πιστεύεις ότι είσαι ο πιο σημαντικός άνθρωπος στον κόσμο. Και αμέσως μετά...σιωπή, αβεβαιότητα, απόσταση, εξαφάνιση ή ακόμη χειρότερα μια απούσα/παγωμένη παρουσία.
Όποιος έχει ζήσει μια τέτοια σχέση γνωρίζει ότι, όσο παράξενο κι αν ακούγεται, αυτή η σπανιότητα της τρυφερότητας δεν μειώνει πάντα τον έρωτα. Πολύ συχνά τον κάνει ακόμη πιο έντονο. Και εδώ αρχίζει ένα από τα πιο παράδοξα παιχνίδια του τραύματος.
Γιατί δεν αντιδρούν όλοι οι άνθρωποι με τον ίδιο τρόπο σε μια τέτοια σχέση.
Υπάρχουν άνθρωποι που, πολύ γρήγορα, θα αναγνωρίσουν ότι κάτι τέτοιο δεν τους κάνει καλό. Θα πουν:
«Δεν μπορώ να ζω μέσα σε τόση αβεβαιότητα.» και θα φύγουν.
Υπάρχουν όμως και άλλοι που, αντί να απομακρυνθούν, δένονται ακόμη περισσότερο.
Όσο πιο απρόβλεπτος γίνεται ο άλλος, τόσο περισσότερο νιώθουν την ανάγκη να τον πλησιάσουν.
Σαν να πιστεύουν ότι αν αγαπήσουν λίγο περισσότερο, αν κάνουν λίγη ακόμη υπομονή, αν αποδείξουν λίγο ακόμη την αξία τους, κάποια στιγμή όλα θα αλλάξουν.
Από την άλλη πλευρά υπάρχουν άνθρωποι που, μόλις η σχέση γίνει πολύ κοντινή, αρχίζουν να δυσκολεύονται να αναπνεύσουν.
Δεν φοβούνται τόσο ότι θα χάσουν τον άλλον, όσο φοβούνται ότι θα χάσουν τον εαυτό τους. Όσο μεγαλύτερη γίνεται η οικειότητα, τόσο μεγαλύτερη γίνεται και η ανάγκη τους να απομακρυνθούν.
Αν διαβάζει κανείς αυτές τις δύο περιγραφές, ίσως ήδη έχει αναγνωρίσει ανθρώπους που πέρασαν από τη ζωή του. Ίσως και τον ίδιο του τον εαυτό.
Στην ψυχολογία ονομάζουμε αυτούς τους δύο τρόπους σχετίζεσθαι "αγχώδη" και "αποφευκτική προσκόλληση".
Οι όροι μπορεί να ακούγονται τεχνικοί, όμως περιγράφουν κάτι βαθιά ανθρώπινο: δύο διαφορετικούς τρόπους με τους οποίους μάθαμε, από βρέφη, να προστατεύουμε την καρδιά μας.
Ο ένας άνθρωπος, όταν φοβάται, πλησιάζει. Ο άλλος, όταν φοβάται, απομακρύνεται. Ο ένας ζητά περισσότερη εγγύτητα.
Ο άλλος περισσότερο χώρο.
Στην πραγματικότητα, όμως, κανείς από τους δύο δεν φοβάται λιγότερο. Απλώς φοβούνται διαφορετικά. Ο ένας φοβάται ότι θα εγκαταλειφθεί κι ο άλλος φοβάται ότι θα χαθεί μέσα στη σχέση.
Και έτσι αρχίζει ένας χορός που πολλές φορές κρατά χρόνια.
Ο ένας κάνει ένα βήμα μπροστά, ο άλλος ένα βήμα πίσω.
Ο ένας κυνηγά, ο άλλος αποσύρεται. Κι όσο περισσότερο αποσύρεται ο ένας, τόσο περισσότερο αγωνιά ο άλλος.
Κι όσο περισσότερο αγωνιά ο άλλος, τόσο περισσότερο ασφυκτιά ο πρώτος.
Το τραγικό είναι πως κανείς τους δεν θέλει πραγματικά να πληγώσει τον άλλον. Απλώς και οι δύο προσπαθούν να προστατευθούν, με τους μηχανισμούς που έμαθαν από παιδιά.
Μόνο που οι τρόποι προστασίας τους είναι ασύμβατοι.
Και τότε εμφανίζεται η φράουλα. Μετά από ημέρες σιωπής, έρχεται ένα μήνυμα. Μια αγκαλιά. Ένα φιλί. Ένα Σαββατοκύριακο που μοιάζει σαν να μην υπήρξε ποτέ η απόσταση.
Και ξαφνικά όλα μοιάζουν ξανά δυνατά. Η σχέση ξαναγεννιέται.
Η ελπίδα επιστρέφει.
Όμως λίγο αργότερα έρχονται ξανά τα πικραμύγδαλα. Κι εδώ βρίσκεται, νομίζω, η μεγαλύτερη παγίδα. Ο άνθρωπος που φοβάται την εγκατάλειψη δεν εθίζεται τόσο στη φράουλα. Εθίζεται στην ανακούφιση που νιώθει όταν, ύστερα από δέκα πικραμύγδαλα, εμφανίζεται επιτέλους η φράουλα. Που πάει να πει πως αυτό που τον κρατά δεν είναι μόνο η αγάπη. Είναι η ανακούφιση. Η προσδοκία ότι αυτή τη φορά ίσως όλα αλλάξουν.
Ότι αυτή τη φορά η φράουλα θα κρατήσει περισσότερο. Ότι αυτή τη φορά τα πικραμύγδαλα θα είναι λιγότερα.
Και κάπως έτσι αρχίζει να συμβαίνει κάτι πολύ επικίνδυνο. Ο άνθρωπος παύει να αξιολογεί τη σχέση από την καθημερινότητά της. Την αξιολογεί από τις εξαιρέσεις της. Δεν λέει: «Είμαι δυστυχισμένος τις περισσότερες ημέρες.» Λέει: «Ναι... αλλά όταν είναι μαζί μου, είναι υπέροχα.»
Και χωρίς να το καταλάβει, η ψευδαίσθηση μιας ελπίδας αρχίζει να υπερισχύει της πραγματικότητας. Δεν περιμένει πια μια ασφαλή σχέση, περιμένει την επόμενη φράουλα.
Εδώ γεννιέται, νομίζω, μια από τις μεγαλύτερες παρεξηγήσεις γύρω από τον έρωτα. Πολλοί άνθρωποι (εκπαιδεύτηκαν να) πιστεύουν ότι αγαπούν περισσότερο επειδή υποφέρουν περισσότερο.
Όμως η ένταση δεν είναι πάντοτε ένδειξη έρωτα. Πολλές φορές είναι ένδειξη ότι το νευρικό μας σύστημα βρίσκεται διαρκώς σε κατάσταση συναγερμού. Η αγωνία μεταμφιέζεται σε πάθος. Η αβεβαιότητα μεταμφιέζεται σε επιθυμία. Η έλλειψη μεταμφιέζεται σε αξία.
Και κάπως έτσι αρχίζουμε να πιστεύουμε ότι ο μεγάλος έρωτας είναι εκείνος που μας κρατά διαρκώς στην άκρη του γκρεμού.
Και δεν είμαι καθόλου βέβαιος ότι είναι έτσι.
Νομίζω πως ο μεγάλος έρωτας δεν είναι εκείνος που μας κάνει να πεινάμε περισσότερο. Είναι εκείνος που, για πρώτη φορά, μας επιτρέπει να χορτάσουμε. Δεν είναι εκείνος που μας κρατά διαρκώς σε αναμονή. Είναι εκείνος που μας επιτρέπει να ηρεμήσουμε χωρίς να φοβόμαστε ότι, μόλις κλείσουμε τα μάτια μας, ο άλλος θα έχει φύγει.
Γιατί, τελικά, η ώριμη αγάπη δεν είναι μια φράουλα ύστερα από δέκα πικραμύγδαλα. Είναι το ψωμί που βρίσκεται κάθε μέρα πάνω στο τραπέζι. Μπορεί να μην έχει (πάντα) την εκρηκτική γλύκα της φράουλας, να μην γεννά την ίδια αγωνία. Και βέβαια, δεν σε κάνει να αναρωτιέσαι αν θα υπάρχει και αύριο.
Όμως είναι αυτό που σε θρέφει.
Και ίσως, όσο μεγαλώνουμε, να ανακαλύπτουμε σιγά-σιγά ότι ο άνθρωπος δεν ζει πραγματικά από τις σπάνιες φράουλες του έρωτα. Ζει από το ψωμί της εμπιστοσύνης.
Γιατί η πιο ώριμη μορφή αγάπης δεν είναι εκείνη που μας προσφέρει πότε-πότε μια φράουλα. Είναι εκείνη που στρώνει κάθε μέρα, ακόμη και το πρωί της Δευτέρας, το τραπέζι.